καθυπερακοντίζω

καθυπερ-ᾰκοντίζω,
A overshoot completely,

ἵν' οἱ θεοὶ τοὺς Γηγενεῖς . . καθυπερηκόντισαν Ar.Av.825

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καθυπερακοντίζω — (Α) (επιτατ. τού υπερακοντίζω) 1. ρίχνω το ακόντιο και υπερβαίνω πολύ τον στόχο μου 2. μτφ. κατανικώ, καταπολεμώ κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)* + ὑπερ ακοντίζω «υπερβαίνω τον στόχο με το ακόντιο»] …   Dictionary of Greek

  • καθυπερηκόντισαν — καθυπερακοντίζω overshoot completely aor ind act 3rd pl (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.